ruse
ruse
ru:z
ρουζ
rousereuse

Ορισμός και σημασία του "ruse"στα αγγλικά

01

προπαγάνδα, κόλπο

a cunning or deceptive strategy or action intended to deceive or trick someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ruses
Παραδείγματα
The spy employed a clever ruse to gain access to classified information. 

Ο κατάσκοπος χρησιμοποίησε ένα έξυπνο τέχνασμα για να αποκτήσει πρόσβαση σε διαβαθμισμένες πληροφορίες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store