Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run for
01
καταθέτω υποψηφιότητα για, τρέχω για
to participate in an election as a candidate
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
for
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run for
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs for
ενεστώτα μετοχή
running for
απλός αόριστος
ran for
παθητική μετοχή
run for
Παραδείγματα
She decided to run for mayor in the upcoming election.
Αποφάσισε να καταθέσει υποψηφιότητα για δήμαρχος στις επερχόμενες εκλογές.
1.1
προτείνω, καταθέτω υποψηφιότητα
to officially present someone as a candidate in a particular political election
Complex Transitive
Παραδείγματα
The party ran a candidate for president.
Το κόμμα υποστήριξε έναν υποψήφιο για πρόεδρο.
02
διαρκώ, συνεχίζομαι
to continue for a specific period of time, indicating the duration of an event, activity, or situation
Παραδείγματα
The exhibition will run for the entire summer, giving art enthusiasts ample time to explore the featured collections.
Η έκθεση θα διαρκέσει όλο το καλοκαίρι, δίνοντας στους λάτρες της τέχνης αρκετό χρόνο να εξερευνήσουν τις συλλογές που παρουσιάζονται.



























