Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to run away
01
το σκάω, δραπετεύω
to escape from or suddenly leave a specific place, situation, or person, often in a hurried manner
Intransitive: to run away from a place or dangerous situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
run
ενεστώτας
run away
γ΄ ενικό πρόσωπο
runs away
ενεστώτα μετοχή
running away
απλός αόριστος
ran away
παθητική μετοχή
run away
Παραδείγματα
When the alarm sounded, the prisoners tried to run away from the jail.
Όταν χτύπησε ο συναγερμός, οι κρατούμενοι προσπάθησαν να δραπετεύσουν από τη φυλακή.
02
το σκάω, αποφεύγω
to refuse to directly confront challenges or difficult situations by ignoring them
Intransitive: to run away from a challenge
Παραδείγματα
Instead of discussing the problem with his friend, John tends to run away from difficult conversations.
Αντί να συζητήσει το πρόβλημα με τον φίλο του, ο Τζον τείνει να φεύγει από τις δύσκολες συζητήσεις.



























