Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
run-of-the-mill
01
κοινός, συνηθισμένος
very average and without any notable qualities
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most run-of-the-mill
συγκριτικός βαθμός
more run-of-the-mill
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film was just another run-of-the-mill romantic comedy, lacking originality or innovation.
Η ταινία ήταν απλώς μια ακόμη συνηθισμένη ρομαντική κωμωδία, χωρίς πρωτότυπα ή καινοτομία.



























