Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ruminate
01
αναλογίζομαι βαθιά, σκέφτομαι προσεκτικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα
to think carefully and at length about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ruminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruminates
ενεστώτα μετοχή
ruminating
απλός αόριστος
ruminated
παθητική μετοχή
ruminated
Παραδείγματα
She likes to ruminate on philosophical questions before bed.
Της αρέσει να αναλογίζεται φιλοσοφικά ερωτήματα πριν τον ύπνο.
02
μηρυκάζω, μασώ τροφή που έχει αναγουργηθεί από το στομάχι
to chew food that has been regurgitated from the stomach, as done by certain animals like cows
Παραδείγματα
The cow ruminates peacefully in the shade.
Η αγελάδα μηρυκάζει ήρεμα στη σκιά.
Λεξικό Δέντρο
rumination
ruminative
ruminator
ruminate
rumin



























