to ruminate
Pronunciation
/ˈɹumɪˌneɪt/

Ορισμός και σημασία του "ruminate"στα αγγλικά

to ruminate
01

αναλογίζομαι βαθιά, σκέφτομαι προσεκτικά και για μεγάλο χρονικό διάστημα

to think carefully and at length about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ruminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
ruminates
ενεστώτα μετοχή
ruminating
απλός αόριστος
ruminated
παθητική μετοχή
ruminated
Παραδείγματα
I often ruminate on what success really means.
Συχνά αναλογίζομαι τι πραγματικά σημαίνει η επιτυχία.
02

μηρυκάζω, μασώ τροφή που έχει αναγουργηθεί από το στομάχι

to chew food that has been regurgitated from the stomach, as done by certain animals like cows
Παραδείγματα
That calf has n't started to ruminate yet — it's still nursing.
Εκείνο το μοσχάρι δεν έχει αρχίσει ακόμη να μηρυκάζει—ακόμη θηλάζει.

Λεξικό Δέντρο

rumination
ruminative
ruminator
ruminate
rumin
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store