Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rule out
01
αποκλείω, εμποδίζω
to prevent something from occurring or someone from doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rule
ενεστώτας
rule out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rules out
ενεστώτα μετοχή
ruling out
απλός αόριστος
ruled out
παθητική μετοχή
ruled out
Παραδείγματα
Proper training and precautions help rule out injuries on the sports field.
Η σωστή εκπαίδευση και οι προφυλάξεις βοηθούν στον αποκλεισμό τραυματισμών στο γήπεδο.
02
αποκλείω, εξαιρώ
to exclude a player or team from participating in the competition
Παραδείγματα
The coach had to rule out one of their star players due to a severe injury.
Ο προπονητής έπρεπε να αποκλείσει έναν από τους αστέρες παίκτες του λόγω σοβαρής τραυματισμού.
03
αποκλείω, εξαλείφω
to eliminate an option or idea from consideration due to it appearing impossible to realize
Παραδείγματα
They had to rule the risky investment out because it was too uncertain for their financial plan.
Έπρεπε να αποκλείσουν την επικίνδυνη επένδυση, επειδή ήταν πολύ αβέβαιη για το οικονομικό τους σχέδιο.



























