Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rule out
[phrase form: rule]
01
αποκλείω, εμποδίζω
to prevent something from occurring or someone from doing something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
rule
ενεστώτας
rule out
γ΄ ενικό πρόσωπο
rules out
ενεστώτα μετοχή
ruling out
απλός αόριστος
ruled out
παθητική μετοχή
ruled out
Παραδείγματα
Rigorous testing processes help rule out software bugs in our applications.
Αυστηρές διαδικασίες δοκιμών βοηθούν στην αποκλεισμό σφαλμάτων λογισμικού στις εφαρμογές μας.
02
αποκλείω, εξαιρώ
to exclude a player or team from participating in the competition
Παραδείγματα
In some cases, extreme weather conditions can rule out a sporting event for safety reasons.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ακραίες καιρικές συνθήκες μπορούν να αποκλείσουν μια αθλητική εκδήλωση για λόγους ασφάλειας.
03
αποκλείω, εξαλείφω
to eliminate an option or idea from consideration due to it appearing impossible to realize
Παραδείγματα
The detective could n't rule any suspects out until further investigation.
Ο ντετέκτιβ δεν μπορούσε να αποκλείσει κανένα ύποπτο μέχρι περαιτέρω έρευνα.



























