rowboat
row
ˈrəʊ
rew
boat
bəʊt
bewt
towboatshowboat

Ορισμός και σημασία του "rowboat"στα αγγλικά

01

βαρκούλα με κουπιά, βάρκα

a small, narrow boat propelled by oars 
rowboat definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rowboats
Παραδείγματα
His rowboat was equipped with sturdy oars and comfortable seating. 

Η βαρκούλα του ήταν εξοπλισμένη με γερές κουπιά και άνετα καθίσματα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

rowboat

row

+

boat

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store