Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rove
01
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
to wander or travel without a specific destination or purpose
Intransitive: to rove | to rove somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rove
γ΄ ενικό πρόσωπο
roves
ενεστώτα μετοχή
roving
απλός αόριστος
roved
παθητική μετοχή
roved
Παραδείγματα
During the lazy Sunday afternoon, the cat roved around the garden.
Κατά τη νωθρή Κυριακή απόγευμα, η γάτα περιφερόταν στον κήπο.
02
περιπλανιέμαι, περιφέρομαι
to wander through or over a specific place
Transitive: to rove a place
Παραδείγματα
The artist roved the ancient ruins, sketching the weathered structures.
Ο καλλιτέχνης περιπλανήθηκε στα αρχαία ερείπια, σκίτσαροντας τις ξεθωριασμένες δομές.



























