Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
roundish
01
στρογγυλωτός, με στρογγυλό σχήμα
having a form or appearance that is somewhat circular or rounded
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most roundish
συγκριτικός βαθμός
more roundish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The table had a roundish shape that made it perfect for the small dining room.
Το τραπέζι είχε ένα στρογγυλό σχήμα που το έκανε ιδανικό για τη μικρή τραπεζαρία.
Λεξικό Δέντρο
roundish
round



























