roster
ros
ˈrɒs
ros
ter
roisterrouterrotterrooster

Ορισμός και σημασία του "roster"στα αγγλικά

01

λίστα, πρόγραμμα βάρδιων

a list or plan showing assignments or duties for individuals or groups over a specified period 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rosters
Παραδείγματα
The manager posted the weekly roster, detailing the work schedules and assignments for each employee. 

Ο διαχειριστής δημοσίευσε τον εβδομαδιαίο πρόγραμμα, αναλυτικά τα ωράρια εργασίας και τις αναθέσεις για κάθε εργαζόμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store