Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roseola
01
ροδόλα, κόκκινη δερματική εξάνθημα
any red eruption of the skin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roseolas



























