roseola
ro
rəʊ
rew
seo
ˈzi:ə
ziē
la
rosella

Ορισμός και σημασία του "roseola"στα αγγλικά

01

ροδόλα, κόκκινη δερματική εξάνθημα

any red eruption of the skin 
roseola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roseolas
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store