Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roofs
Παραδείγματα
He placed solar panels on the roof to generate electricity.
Τοποθέτησε ηλιακούς συλλέκτες στην στέγη για να παράγει ηλεκτρισμό.
02
στέγη, σπίτι
the place where someone lives or feels a sense of belonging
Παραδείγματα
After years of traveling, she finally found a roof she could call her own.
Μετά από χρόνια ταξιδιών, βρήκε επιτέλους μια στέγη που μπορούσε να ονομάσει δική της.
03
στέγη, καπάκι
protective covering on top of a motor vehicle
04
οροφή, ανώτατο όριο
an upper limit on what is allowed
05
στέγη, ταβάνι
the inner top surface of a covered area or hollow space
to roof
01
σκεπάζω με στέγη, τοποθετώ στέγη
provide a building with a roof; cover a building with a roof
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
roof
γ΄ ενικό πρόσωπο
roofs
ενεστώτα μετοχή
roofing
απλός αόριστος
roofed
παθητική μετοχή
roofed
Λεξικό Δέντρο
roofless
roof



























