roo
roo
ru:
roo
ruerouxroero

Ορισμός και σημασία του "roo"στα αγγλικά

01

καγκουρό, αυστραλιανό καγκουρό

(Australian) a kangaroo 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
roos
Παραδείγματα
We saw a roo hopping across the field. 

Είδαμε ένα καγκουρό να πηδάει κατά μήκος του χωραφιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store