Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Roof
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
roofs
Παραδείγματα
The snow on the roof started to melt in the warmth of the sun.
Το χιόνι στη στέγη άρχισε να λιώνει στη ζεστασιά του ήλιου.
02
στέγη, σπίτι
the place where someone lives or feels a sense of belonging
Παραδείγματα
She feels truly happy only when she 's under her own roof.
Αισθάνεται πραγματικά ευτυχισμένη μόνο όταν βρίσκεται κάτω από τη δική της στέγη.
03
στέγη, καπάκι
protective covering on top of a motor vehicle
04
οροφή, ανώτατο όριο
an upper limit on what is allowed
05
στέγη, ταβάνι
the inner top surface of a covered area or hollow space
to roof
01
σκεπάζω με στέγη, τοποθετώ στέγη
provide a building with a roof; cover a building with a roof
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
roof
γ΄ ενικό πρόσωπο
roofs
ενεστώτα μετοχή
roofing
απλός αόριστος
roofed
παθητική μετοχή
roofed
Λεξικό Δέντρο
roofless
roof



























