Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accustom
01
συνηθίζω, εθίζω
to gradually familiarize or habituate someone or something to a specific condition, practice, or environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accustom
γ΄ ενικό πρόσωπο
accustoms
ενεστώτα μετοχή
accustoming
απλός αόριστος
accustomed
παθητική μετοχή
accustomed
Παραδείγματα
Daily exposure to loud noises helps accustom my ears to the bustling city life.
Η καθημερινή έκθεση σε δυνατούς θορύβους βοηθάει να συνηθίσω τα αυτιά μου στη βιαστική αστική ζωή.
Λεξικό Δέντρο
accustomed
accustom



























