to accustom
a
ə
ē
ccus
ˈkʌs
kas
tom
təm
tēm

Ορισμός και σημασία του "accustom"στα αγγλικά

to accustom
01

συνηθίζω, εθίζω

to gradually familiarize or habituate someone or something to a specific condition, practice, or environment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accustom
γ΄ ενικό πρόσωπο
accustoms
ενεστώτα μετοχή
accustoming
απλός αόριστος
accustomed
παθητική μετοχή
accustomed
Παραδείγματα
Daily exposure to loud noises helps accustom my ears to the bustling city life. 

Η καθημερινή έκθεση σε δυνατούς θορύβους βοηθάει να συνηθίσω τα αυτιά μου στη βιαστική αστική ζωή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store