Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accustom
01
συνηθίζω, εθίζω
to gradually familiarize or habituate someone or something to a specific condition, practice, or environment
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accustom
γ΄ ενικό πρόσωπο
accustoms
ενεστώτα μετοχή
accustoming
απλός αόριστος
accustomed
παθητική μετοχή
accustomed
Παραδείγματα
During our travels, we were accustoming ourselves to unfamiliar cuisines and cultural norms, enriching our experiences abroad.
Κατά τα ταξίδια μας, συνηθίζαμε σε άγνωστες κουζίνες και πολιτιστικές νόρμες, εμπλουτίζοντας τις εμπειρίες μας στο εξωτερικό.
Λεξικό Δέντρο
accustomed
accustom



























