accusing
a
ə
ē
ccu
ˈkju:
kyoo
sing
zɪng
zing
bruisingdefusingperusingdiffusing

Ορισμός και σημασία του "accusing"στα αγγλικά

01

κατηγορητικός, μεμψίμοιρος

indicating a belief or judgement that someone has done something wrong or illegal 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accusing
συγκριτικός βαθμός
more accusing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, judgment
Παραδείγματα
She gave him an accusing look when she found out the truth. 

Του έριξε μια κατηγορητική ματιά όταν ανακάλυψε την αλήθεια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accusingly
accusing
accuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store