Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accusing
01
κατηγορητικός, μεμψίμοιρος
indicating a belief or judgement that someone has done something wrong or illegal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accusing
συγκριτικός βαθμός
more accusing
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
communication, behavior, judgment
Παραδείγματα
She gave him an accusing look when she found out the truth.
Του έριξε μια κατηγορητική ματιά όταν ανακάλυψε την αλήθεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
accusingly
accusing
accuse



























