to bask
bask
bɑ:sk
baask
rasktaskmaskcask

Ορισμός και σημασία του "bask"στα αγγλικά

to bask
01

απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι

to find joy or delight, particularly in favorable situations achievements 
Intransitive
to bask definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bask
γ΄ ενικό πρόσωπο
basks
ενεστώτα μετοχή
basking
απλός αόριστος
basked
παθητική μετοχή
basked
Παραδείγματα
She basked in the spotlight during her performance on stage. 

Αυτή απολάμβανε το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της παράστασής της στη σκηνή.

02

λιώνω στον ήλιο, απολαμβάνω τη ζεστασιά του ήλιου

to lie or rest in a pleasant warmth, such as sunlight 
Intransitive
to bask definition and meaning
Παραδείγματα
She basks in the sun on the beach, feeling the warmth on her skin. 

Αυτή απολαμβάνει τον ήλιο στην παραλία, νιώθοντας τη ζεστασιά στο δέρμα της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store