Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bask
01
απολαμβάνω, ευχαριστιέμαι
to find joy or delight, particularly in favorable situations achievements
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
bask
γ΄ ενικό πρόσωπο
basks
ενεστώτα μετοχή
basking
απλός αόριστος
basked
παθητική μετοχή
basked
Παραδείγματα
Basking with encouragement, she pursued her passion wholeheartedly.
Απολαμβάνοντας την ενθάρρυνση, ακολούθησε το πάθος της με όλη της την καρδιά.
02
λιώνω στον ήλιο, απολαμβάνω τη ζεστασιά του ήλιου
to lie or rest in a pleasant warmth, such as sunlight
Intransitive
Παραδείγματα
After a long hike, they find a sunny spot to bask and relax.
Μετά από μια μεγάλη πεζοπορία, βρίσκουν ένα ηλιόλουστο σημείο για λιγούρεμα και χαλάρωση.



























