accused
a
ə
α
ccused
ˈkjuzd
κγουζντ
/ɐkjˈuːzd/

Ορισμός και σημασία του "accused"στα αγγλικά

01

κατηγορούμενος, εναγόμενος

one or multiple people who are believed to have committed a crime in a law court
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accused
Παραδείγματα
The defense lawyer argued that the accused had been framed and presented evidence that cast doubt on his involvement in the crime.
Ο δικηγόρος υπεράσπισης υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος είχε παγιδευτεί και παρουσίασε αποδεικτικά στοιχεία που έβαλαν αμφιβολίες για τη συμμετοχή του στο έγκλημα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store