accused
a
ə
ē
ccused
ˈkju:zd
kyoozd
accursed

Ορισμός και σημασία του "accused"στα αγγλικά

01

κατηγορούμενος, εναγόμενος

one or multiple people who are believed to have committed a crime in a law court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accused
Παραδείγματα
The accused denied all charges, claiming he was innocent of the crime he was being blamed for. 

Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι ήταν αθώος για το έγκλημα που τον κατηγορούσαν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store