Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to accuse
01
κατηγορώ, εγκαλώ
to say that a person or group has done something wrong
Transitive: to accuse sb | to accuse sb of sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
accuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
accuses
ενεστώτα μετοχή
accusing
απλός αόριστος
accused
παθητική μετοχή
accused
Παραδείγματα
He was falsely accused of cheating on the exam and faced serious consequences.
Κατηγορήθηκε ψευδώς ότι εξαπάτησε στις εξετάσεις και αντιμετώπισε σοβαρές συνέπειες.
02
κατηγορώ
to formally say that someone has done something wrong or illegal, often involving making specific charges against them
Transitive: to accuse sb of an offense
Παραδείγματα
The prosecutor will accuse the defendant of embezzlement during the trial.
Ο εισαγγελέας θα κατηγορήσει τον κατηγορούμενο για υπεξαίρεση κατά τη διάρκεια της δίκης.
Λεξικό Δέντρο
accusation
accusative
accusative
accuse



























