Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rise up
01
επαναστατώ, εξεγείρομαι
to join a rebellion or reject a previous allegiance, often as a group effort against authority or for a cause
Intransitive
Παραδείγματα
The protestors were determined to rise up and oppose the unjust policies of the government.
Οι διαμαρτυρόμενοι ήταν αποφασισμένοι να εξεγερθούν και να αντιταχθούν στις άδικες πολιτικές της κυβέρνησης.
02
ανεβαίνω, αναδύομαι
to move upward from below or beneath something until reaching the top or surface
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
rise
ενεστώτας
rise up
γ΄ ενικό πρόσωπο
rises up
ενεστώτα μετοχή
rising up
απλός αόριστος
rose up
παθητική μετοχή
risen up
Παραδείγματα
The diver watched the fish rise up to the surface of the water.
Ο δύτης παρακολούθησε το ψάρι να ανεβαίνει στην επιφάνεια του νερού.
03
σηκώνομαι στα πίσω πόδια, σταματώ στα πίσω πόδια
(of a four-legged animal) to stand or lift its body on its hind legs
Intransitive
Παραδείγματα
The horse rose up on its hind legs, striking the ground with its hooves.
Το άλογο σηκώθηκε στα πίσω πόδια του, χτυπώντας το έδαφος με τις οπλές του.



























