Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bash
01
χτυπώ, κοπανάω
to forcefully hit something or someone
Transitive: to bash sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bash
γ΄ ενικό πρόσωπο
bashes
ενεστώτα μετοχή
bashing
απλός αόριστος
bashed
παθητική μετοχή
bashed
Παραδείγματα
The angry protester attempted to bash the door of the government building.
Ο θυμωμένος διαδηλωτής προσπάθησε να σπάσει την πόρτα του κυβερνητικού κτιρίου.
Bash
01
ενεργητική κρούση, δυνατό χτύπημα
a vigorous blow
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bashes
02
πάρτι, γλέντι
a lively and exuberant party
Παραδείγματα
The New Year's Eve bash was the talk of the town for weeks.
Το πάρτι της Πρωτοχρονιάς ήταν το θέμα συζήτησης της πόλης για εβδομάδες.
LanGeek



























