Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accusative
01
αιτιατική, αιτιατική πτώση
the grammatical case used for a noun or pronoun that functions as the direct object of a verb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The accusative form of the word follows the verb.
Η αιτιατική μορφή της λέξης ακολουθεί το ρήμα.
02
κατηγορητικός, εγκλητικός
containing or expressing accusation
Accusative
01
αιτιατική, πτώση αιτιατική
(grammar) a particular form of a pronoun, adjective, or noun that acts as the direct object of a verb or preposition, used in some languages such as Greek or Latin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accusatives
Παραδείγματα
Understanding the accusative is key to forming proper sentences in Russian.
Η κατανόηση της αιτιατικής είναι το κλειδί για τη σωστή σύνταξη προτάσεων στα ρωσικά.
Λεξικό Δέντρο
accusative
accuse



























