accusative
a
ə
α
ccu
ˈkju:
κγου
sa
ζα
tive
tɪv
τιβ
accusive

Ορισμός και σημασία του "accusative"στα αγγλικά

accusative
01

αιτιατική, αιτιατική πτώση

the grammatical case used for a noun or pronoun that functions as the direct object of a verb 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
grammar, linguistics
Παραδείγματα
In "She saw him," "him" is in the accusative case. 

Στην πρόταση "Τον είδε," "τον" είναι στην αιτιατική πτώση.

02

κατηγορητικός, εγκλητικός

containing or expressing accusation 
01

αιτιατική, πτώση αιτιατική

(grammar) a particular form of a pronoun, adjective, or noun that acts as the direct object of a verb or preposition, used in some languages such as Greek or Latin 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
accusatives
Παραδείγματα
In the sentence 'She reads the book,' 'the book' functions as the accusative. 

Στην πρόταση 'Διαβάζει το βιβλίο', 'το βιβλίο' λειτουργεί ως αιτιατική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

accusative
accuse
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store