Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accusative
01
αιτιατική, αιτιατική πτώση
the grammatical case used for a noun or pronoun that functions as the direct object of a verb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In "She saw him," "him" is in the accusative case.
Στην πρόταση "Τον είδε," "τον" είναι στην αιτιατική πτώση.
02
κατηγορητικός, εγκλητικός
containing or expressing accusation
Accusative
01
αιτιατική, πτώση αιτιατική
(grammar) a particular form of a pronoun, adjective, or noun that acts as the direct object of a verb or preposition, used in some languages such as Greek or Latin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
accusatives
Παραδείγματα
In the sentence 'She reads the book,' 'the book' functions as the accusative.
Στην πρόταση 'Διαβάζει το βιβλίο', 'το βιβλίο' λειτουργεί ως αιτιατική.
Λεξικό Δέντρο
accusative
accuse



























