Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rime
01
πάχνη, λευκή απόθεση
ice crystals forming a white deposit (especially on objects outside)
02
ομοιοκαταληξία, ηχητική αντιστοιχία
correspondence in the sounds of two or more lines (especially final sounds)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rimes
to rime
01
ομοιοκαταληκτώ, συνθέτω ομοιοκαταληξίες
compose rhymes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rime
γ΄ ενικό πρόσωπο
rimes
ενεστώτα μετοχή
riming
απλός αόριστος
rimed
παθητική μετοχή
rimed
02
ομοιοκαταληκτώ, δημιουργώ ομοιοκαταληξία
be similar in sound, especially with respect to the last syllable
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
rimeless
rime



























