to rid
rid
rɪd
rid
rigid

Ορισμός και σημασία του "rid"στα αγγλικά

to rid
01

απαλλάσσω, ξεφορτώνομαι

to free from something undesirable or unwanted 
Transitive: to rid sth of something undesirable
to rid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rid
γ΄ ενικό πρόσωπο
rids
ενεστώτα μετοχή
ridding
απλός αόριστος
rid
παθητική μετοχή
rid
Παραδείγματα
She decided to rid her closet of old clothes by donating them to charity. 

Αποφάσισε να απαλλαγεί από τα παλιά ρούχα της ντουλάπας δωρίζοντάς τα σε φιλανθρωπία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store