Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rid
01
απαλλάσσω, ξεφορτώνομαι
to free from something undesirable or unwanted
Transitive: to rid sth of something undesirable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rid
γ΄ ενικό πρόσωπο
rids
ενεστώτα μετοχή
ridding
απλός αόριστος
rid
παθητική μετοχή
rid
Παραδείγματα
She decided to rid her closet of old clothes by donating them to charity.
Αποφάσισε να απαλλαγεί από τα παλιά ρούχα της ντουλάπας δωρίζοντάς τα σε φιλανθρωπία.



























