Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rick
01
στρίβω ξαφνικά, στραμπουλήγμα
twist suddenly so as to sprain
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
rick
γ΄ ενικό πρόσωπο
ricks
ενεστώτα μετοχή
ricking
απλός αόριστος
ricked
παθητική μετοχή
ricked
02
στοιβάζω σε θημωνιές, συσσωρεύω σε σωρούς
pile in ricks
Rick
01
σωρός από άχυρο, στοίβα από άχυρο
a stack of hay
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ricks
02
μια οδυνηρή μυϊκή σπασμό, ειδικά στο λαιμό ή την πλάτη ('rick' και 'wrick' είναι βρετανικοί όροι)
a painful muscle spasm especially in the neck or back (`rick' and `wrick' are British)



























