rhetoric
Pronunciation
/ˈɹɛtɝɪk/

Ορισμός και σημασία του "rhetoric"στα αγγλικά

01

ρητορική, ομιλητική τέχνη

the study of techniques and principles for using language effectively, especially in public speaking
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Rhetoric teaches how to organize ideas logically and persuasively.
Η ρητορική διδάσκει πώς να οργανώνουμε ιδέες λογικά και πειστικά.
02

ρητορική, ευγλωττία

using language skillfully to persuade, impress, or please
Παραδείγματα
Good rhetoric balances clarity with emotional appeal.
Η ρητορική εξισορροπεί τη σαφήνεια με τη συναισθηματική έκκληση.
03

κενές λέξεις, πομπώδης ομιλία

bombastic or meaningless language
Παραδείγματα
The teacher warned against relying on rhetoric instead of evidence.
Ο δάσκαλος προειδοποίησε κατά της εξάρτησης από τη ρητορική αντί από αποδείξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store