Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rhesus
01
ρήζους, πίθηκος ρήζους
of southern Asia; used in medical research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
rhesuses
LanGeek



























