Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rework
01
επανασχεδιάζω, τροποποιώ
to modify or redo something, typically to improve it or make it more suitable
Transitive: to rework sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rework
γ΄ ενικό πρόσωπο
reworks
ενεστώτα μετοχή
reworking
απλός αόριστος
reworked
παθητική μετοχή
reworked
Παραδείγματα
The artist spent hours reworking the painting to achieve the desired effect.
Ο καλλιτέχνης πέρασε ώρες επαναδουλεύοντας τη ζωγραφική για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.



























