to rework
Pronunciation
/ɹiˈwɝk/
/ɹɪwˈɜːk/

Ορισμός και σημασία του "rework"στα αγγλικά

to rework
01

επανασχεδιάζω, τροποποιώ

to modify or redo something, typically to improve it or make it more suitable
Transitive: to rework sth
to rework definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rework
γ΄ ενικό πρόσωπο
reworks
ενεστώτα μετοχή
reworking
απλός αόριστος
reworked
παθητική μετοχή
reworked
Παραδείγματα
The artist spent hours reworking the painting to achieve the desired effect.
Ο καλλιτέχνης πέρασε ώρες επαναδουλεύοντας τη ζωγραφική για να επιτύχει το επιθυμητό αποτέλεσμα.

Λεξικό Δέντρο

rework
work
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store