to rework
re
ri:
ri
work
ˈwɜ:k
vēk
cirqueberserktwerkclerk

Ορισμός και σημασία του "rework"στα αγγλικά

to rework
01

επανασχεδιάζω, τροποποιώ

to modify or redo something, typically to improve it or make it more suitable 
Transitive: to rework sth
to rework definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rework
γ΄ ενικό πρόσωπο
reworks
ενεστώτα μετοχή
reworking
απλός αόριστος
reworked
παθητική μετοχή
reworked
Παραδείγματα
She decided to rework her essay to clarify her main points. 

Αποφάσισε να επαναλάβει την έκθεσή της για να διευκρινίσει τα κύρια σημεία της.

Λεξικό Δέντρο

rework
work
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store