Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rework
01
επανασχεδιάζω, τροποποιώ
to modify or redo something, typically to improve it or make it more suitable
Transitive: to rework sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rework
γ΄ ενικό πρόσωπο
reworks
ενεστώτα μετοχή
reworking
απλός αόριστος
reworked
παθητική μετοχή
reworked
Παραδείγματα
She decided to rework her essay to clarify her main points.
Αποφάσισε να επαναλάβει την έκθεσή της για να διευκρινίσει τα κύρια σημεία της.



























