Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rewind
01
γυρίζω πίσω, ξανατυλίγω
wind (up) again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewind
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewinds
ενεστώτα μετοχή
rewinding
απλός αόριστος
rewound
παθητική μετοχή
rewound
02
γυρίζω πίσω
to move a recording, such as a video or audio, backward to an earlier point
Παραδείγματα
They rewound the recording to check what was said.
Γύρισαν πίσω την εγγραφή για να ελέγξουν τι ειπώθηκε.



























