Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rewind
01
γυρίζω πίσω, ξανατυλίγω
wind (up) again
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
rewind
γ΄ ενικό πρόσωπο
rewinds
ενεστώτα μετοχή
rewinding
απλός αόριστος
rewound
παθητική μετοχή
rewound



























