Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Revision
01
αναθεώρηση
the act of examining and making corrections or alterations to a text, plan, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
revisions
Παραδείγματα
The author spent several weeks on revision, ensuring that the manuscript was polished before submission.
Ο συγγραφέας πέρασε αρκετές εβδομάδες στην αναθεώρηση, διασφαλίζοντας ότι το χειρόγραφο ήταν γυαλισμένο πριν από την υποβολή.
02
αναθεώρηση, αναθεωρημένη έκδοση
something that has been written again
03
αναθεώρηση
the act of rewriting something
04
επανάληψη, αναθεώρηση
the process of studying material one has already learned, usually before an exam
Dialect
British
Παραδείγματα
His revision for the exam took several hours.
Η επανάληψη του για τις εξετάσεις διήρκεσε αρκετές ώρες.
Λεξικό Δέντρο
revisionist
revision
vision



























