Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Reverend
01
ιερέας, πρεσβύτερος
a member of the Christian clergy who serves as a spiritual leader
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reverends
κύριο
Παραδείγματα
The Reverend organized community events for the church.
Ο ιερέας οργάνωνε κοινωνικές εκδηλώσεις για την εκκλησία.
02
ιερέας, κληρικός
a title of respect for a clergyman
reverend
01
σεβαστός, αξιότιμος
worthy of adoration or reverence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most reverend
συγκριτικός βαθμός
more reverend
διαβαθμίσιμο



























