Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revamp
01
ανακαινίζω, εκσυγχρονίζω
to update or renovate something to improve its appearance or functionality
Transitive: to revamp sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
revamps
ενεστώτα μετοχή
revamping
απλός αόριστος
revamped
παθητική μετοχή
revamped
Παραδείγματα
They decided to revamp the old house, giving it a fresh new look.
Αποφάσισαν να ανακαινίσουν το παλιό σπίτι, δίνοντάς του μια φρέσκια νέα εμφάνιση.
02
επισκευάζω, ανακαινίζω
to replace or repair the upper front part of a shoe
Transitive: to revamp shoes
Παραδείγματα
The cobbler offered to revamp my old boots with a fresh new vamp.
Ο τσαγκάρης προσφέρθηκε να ανακαινίσει τις παλιές μου μπότες με ένα νέο μπροστινό μέρος.
Λεξικό Δέντρο
revamp
vamp



























