Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to revamp
01
ανακαινίζω, εκσυγχρονίζω
to update or renovate something to improve its appearance or functionality
Transitive: to revamp sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
revamp
γ΄ ενικό πρόσωπο
revamps
ενεστώτα μετοχή
revamping
απλός αόριστος
revamped
παθητική μετοχή
revamped
Παραδείγματα
After years of neglect, they finally revamped the garden, planting colorful flowers and shrubs.
Μετά από χρόνια παραμέλησης, ανακαίνισαν τελικά τον κήπο, φυτεύοντας πολύχρωμα λουλούδια και θάμνους.
02
επισκευάζω, ανακαινίζω
to replace or repair the upper front part of a shoe
Transitive: to revamp shoes
Παραδείγματα
I had to revamp my shoes after they started to tear.
Έπρεπε να επισκευάσω τα παπούτσια μου αφού άρχισαν να σκίζονται.
Λεξικό Δέντρο
revamp
vamp



























