reunion
re
ri:
ρη
un
jun
γουν
ion
jən
γαν
/ɹˌiːjˈuːni‍ən/

Ορισμός και σημασία του "reunion"στα αγγλικά

01

επανένωση, συγκέντρωση

the act or process of coming together again after being separated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
reunions
Παραδείγματα
The high school reunion gave old classmates a chance to reconnect.
Η συνάντηση του γυμνασίου έδωσε στους παλιούς συμμαθητές την ευκαιρία να επανασυνδεθούν.
02

συνάντηση, επανένωση

a gathering of people who used to be together, such as friends, classmates, or colleagues
Παραδείγματα
The college reunion included a dinner and a tour of the campus.
Η συνάντηση του κολεγίου περιλάμβανε δείπνο και ξενάγηση στην πανεπιστημιούπολη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store