Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retrench
01
απολύω, αναδομώ
to reduce the expenses of one's company by dismissing a number of employees from their job
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retrench
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrenches
ενεστώτα μετοχή
retrenching
απλός αόριστος
retrenched
παθητική μετοχή
retrenched
Παραδείγματα
After the unexpected financial losses, the organization had no choice but to retrench its expansion plans and consolidate existing resources.
Μετά τις απροσδόκητες οικονομικές απώλειες, ο οργανισμός δεν είχε άλλη επιλογή παρά να περικόψει τα σχέδια επέκτασής του και να ενοποιήσει τους υπάρχοντες πόρους.
02
μειώνω τα έξοδα, οικονομώ
to reduce spending or conserve resources
Παραδείγματα
We must retrench if we want to save for the future.
Πρέπει να μειώσουμε τα έξοδα αν θέλουμε να αποταμιεύσουμε για το μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
retrenchment
retrench
trench



























