retractor
ret
ˈrɪt
rit
rac
ræk
rāk
tor
redactorreenactor

Ορισμός και σημασία του "retractor"στα αγγλικά

01

ανασυρτήρας, διαχωριστής

a surgical tool for holding tissues aside during procedures 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
retractors
Παραδείγματα
The dentist used a retractor to keep my cheek out of the way. 

Ο οδοντίατρος χρησιμοποίησε έναν απομακρυντή για να κρατήσει το μάγουλο μου μακριά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

retractor
retract
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store