Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retractor
01
ανασυρτήρας, διαχωριστής
a surgical tool for holding tissues aside during procedures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retractors
Παραδείγματα
The retractor gently held the tissue aside during the stitching.
Ο ανασυρόμενος κρατούσε απαλά τον ιστό στο πλάι κατά τη διάρκεια της ραφής.
Λεξικό Δέντρο
retractor
retract



























