Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to retrain
01
επανακατάρτιση, εκπαιδεύω ξανά
to teach someone new skills or knowledge for improvement in the current job, or to enable them to work in a different field
Transitive: to retrain sb | to retrain sb in a skill
Παραδείγματα
The company decided to retrain its employees in digital marketing to adapt to the evolving industry trends.
Η εταιρεία αποφάσισε να επανεκπαιδεύσει τους υπαλλήλους της στη ψηφιακή μάρκετινγκ για να προσαρμοστεί στις εξελισσόμενες τάσεις της βιομηχανίας.
02
επανακατάρτιση, υποβάλλομαι σε εκπαίδευση ξανά για απόκτηση νέων δεξιοτήτων
to undergo training again to acquire new skills or adapt to a different role or job
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retrain
γ΄ ενικό πρόσωπο
retrains
ενεστώτα μετοχή
retraining
απλός αόριστος
retrained
παθητική μετοχή
retrained
Παραδείγματα
As industries evolve, it's essential for workers to retrain and acquire new skills to remain competitive.
Καθώς οι βιομηχανίες εξελίσσονται, είναι απαραίτητο για τους εργαζόμενους να εκπαιδευτούν εκ νέου και να αποκτήσουν νέες δεξιότητες για να παραμείνουν ανταγωνιστικοί.
Λεξικό Δέντρο
retrain
train



























