Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Retraining
01
επανεκπαίδευση, εκπαίδευση για νέο επάγγελμα
training for a new occupation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
retraining
training
train



























