to retract
ret
ˈrɪt
rit
ract
rækt
rākt
refract

Ορισμός και σημασία του "retract"στα αγγλικά

to retract
01

ανακαλώ, αποσύρω

to draw back from what was said publicly before; often by force 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
retract
γ΄ ενικό πρόσωπο
retracts
ενεστώτα μετοχή
retracting
απλός αόριστος
retracted
παθητική μετοχή
retracted
Παραδείγματα
The politician had to retract his controversial statement after facing backlash. 

Ο πολιτικός αναγκάστηκε να ανακαλέσει την αμφιλεγόμενη δήλωσή του μετά την αντιμετώπιση αντιδράσεων.

02

ανασύρω, τραβώ προς τα μέσα

to draw something toward the inside 
03

ανασύρω, κρατώ ανοιχτό με χειρουργικό εργαλείο

use a surgical instrument to hold open (the edges of a wound or an organ) 
04

ανακαλώ, υποχωρώ

pull away from a source of disgust or fear 

Λεξικό Δέντρο

retracted
retractor
retract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store