to retrace
Pronunciation
/ɹiˈtɹeɪs/

Ορισμός και σημασία του "retrace"στα αγγλικά

to retrace
01

ανακαλύπτω, επιστρέφω από τον ίδιο δρόμο

to return somewhere from the same way that one has come
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
retrace
γ΄ ενικό πρόσωπο
retraces
ενεστώτα μετοχή
retracing
απλός αόριστος
retraced
παθητική μετοχή
retraced
Παραδείγματα
The soldier retraced his actions to identify what went wrong during the mission.
Ο στρατιώτης ξαναβρήκε τις ενέργειές του για να εντοπίσει τι πήγε στραβά κατά τη διάρκεια της αποστολής.
02

ανασυνθέτω διανοητικά, θυμάμαι

reassemble mentally
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store