retiring
Pronunciation
/ɹiˈtaɪɝɪŋ/, /ɹiˈtaɪɹɪŋ/, /ɹɪˈtaɪɹɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "retiring"στα αγγλικά

01

μετριόφρων, συνεσταλμένος

not arrogant or presuming
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most retiring
συγκριτικός βαθμός
more retiring
διαβαθμίσιμο
02

συνταξιούχος, αποσυρμένος

of a person who has held and relinquished a position or office
03

ντροπαλός, συνεσταλμένος

shy and not fond of being with others or being noticed
Παραδείγματα
She was known for her retiring ways, always slipping out of the room unnoticed.
Ήταν γνωστή για τους συνεσταμένους τρόπους της, πάντα βγαίνοντας από το δωμάτιο απαρατήρητη.

Λεξικό Δέντρο

retiring
retire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store