Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retiring
01
μετριόφρων, συνεσταλμένος
not arrogant or presuming
02
συνταξιούχος, αποσυρμένος
of a person who has held and relinquished a position or office
03
ντροπαλός, συνεσταλμένος
shy and not fond of being with others or being noticed
Παραδείγματα
She was known for her retiring ways, always slipping out of the room unnoticed.
Ήταν γνωστή για τους συνεσταμένους τρόπους της, πάντα βγαίνοντας από το δωμάτιο απαρατήρητη.
Λεξικό Δέντρο
retiring
retire



























