retired
re
ρι
tired
ˈtaɪəd
ταιεντ
desiredadmiredinspiredrequired

Ορισμός και σημασία του "retired"στα αγγλικά

01

συνταξιούχος, σε σύνταξη

no longer working, typically because of old age 
retired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
employment, life_stage, status
Παραδείγματα
His father, a retired doctor, volunteers at the local clinic. 

Ο πατέρας του, ένας συνταξιούχος γιατρός, εργάζεται ως εθελοντής στο τοπικό κλινικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

retired
retire
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store