retired
Pronunciation
/ɹiˈtaɪɝd/, /ɹiˈtaɪɹd/, /ɹɪˈtaɪɹd/

Ορισμός και σημασία του "retired"στα αγγλικά

01

συνταξιούχος, σε σύνταξη

no longer working, typically because of old age
retired definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They joined a club for retired professionals in the area.
Μπήκαν σε ένα κλαμπ για συνταξιούχους επαγγελματίες στην περιοχή.

Λεξικό Δέντρο

retired
retire
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store