Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
retired
01
συνταξιούχος, σε σύνταξη
no longer working, typically because of old age
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His father, a retired doctor, volunteers at the local clinic.
Ο πατέρας του, ένας συνταξιούχος γιατρός, εργάζεται ως εθελοντής στο τοπικό κλινικό.
Λεξικό Δέντρο
retired
retire



























