Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Result
01
αποτέλεσμα, επίδραση
something that is caused by something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
results
Παραδείγματα
The company 's restructuring efforts led to positive financial results.
Οι προσπάθειες αναδιάρθρωσης της εταιρείας οδήγησαν σε θετικά οικονομικά αποτελέσματα.
02
αποτέλεσμα, σκορ
the outcome or final score of a competition, match, test, etc.
Παραδείγματα
The surprising turn of events changed the entire result of the game.
Η εκπληκτική ανατροπή των γεγονότων άλλαξε ολόκληρο το αποτέλεσμα του παιχνιδιού.
03
αποτέλεσμα, λύση
a statement that solves a problem or explains how to solve the problem
04
αποτέλεσμα, έκβαση
the semantic role of the noun phrase whose referent exists only by virtue of the activity denoted by the verb in the clause
05
αποτελέσματα, επιτεύγματα
(plural) things that are achieved with great effort or skill
to result
01
προκαλώ, καταλήγω σε
to directly cause something
Intransitive: to result in a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
result
γ΄ ενικό πρόσωπο
results
ενεστώτα μετοχή
resulting
απλός αόριστος
resulted
παθητική μετοχή
resulted
Παραδείγματα
The heavy rain resulted in flooding in several low-lying areas.
Η ισχυρή βροχή προκάλεσε πλημμύρες σε πολλές χαμηλές περιοχές.
Παραδείγματα
The new safety measures were implemented to prevent accidents, and improved worker safety resulted.
Τα νέα μέτρα ασφαλείας εφαρμόστηκαν για την πρόληψη ατυχημάτων, και βελτιώθηκε η ασφάλεια των εργαζομένων αποτέλεσμα.



























