Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Result
01
αποτέλεσμα, επίδραση
something that is caused by something else
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
results
Παραδείγματα
The medication had the desired result of reducing the patient's symptoms.
Το φάρμακο είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα της μείωσης των συμπτωμάτων του ασθενούς.
02
αποτέλεσμα, σκορ
the outcome or final score of a competition, match, test, etc.
Παραδείγματα
We anxiously awaited the election results, eager to see who would win.
Περιμέναμε με αγωνία τα αποτελέσματα των εκλογών, ανυπομονώντας να δούμε ποιος θα κερδίσει.
03
αποτέλεσμα, λύση
a statement that solves a problem or explains how to solve the problem
04
αποτέλεσμα, έκβαση
the semantic role of the noun phrase whose referent exists only by virtue of the activity denoted by the verb in the clause
05
αποτελέσματα, επιτεύγματα
(plural) things that are achieved with great effort or skill
to result
01
προκαλώ, καταλήγω σε
to directly cause something
Intransitive: to result in a situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
result
γ΄ ενικό πρόσωπο
results
ενεστώτα μετοχή
resulting
απλός αόριστος
resulted
παθητική μετοχή
resulted
Παραδείγματα
His reckless behavior resulted in a car accident.
Η απερίσκεπτη συμπεριφορά του οδήγησε σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα.
Παραδείγματα
The increase in air pollution resulted from the rise in industrial activity.
Η αύξηση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης προέκυψε από την αύξηση της βιομηχανικής δραστηριότητας.



























