rest on
rest
rɛst
ρεστ
on
ɑ:n
αν
/ɹˈɛst ˈɒn/
rest upon

Ορισμός και σημασία του "rest on"στα αγγλικά

to rest on
01

εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε

to be influenced based on a thing or person's actions or existence
Transitive: to rest on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rest
ενεστώτας
rest on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rests on
ενεστώτα μετοχή
resting on
απλός αόριστος
rested on
παθητική μετοχή
rested on
Παραδείγματα
The success of the software implementation will rest on the compatibility with existing systems.
Η επιτυχία της εφαρμογής του λογισμικού θα εξαρτηθεί από τη συμβατότητα με τα υπάρχοντα συστήματα.
02

βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από

to have as a foundation or to be based on a particular idea, concept, principle, or condition
Transitive: to rest on a concept or principle
Παραδείγματα
The historical accuracy of the documentary rests upon meticulous research and firsthand accounts.
Η ιστορική ακρίβεια του ντοκιμαντέρ βασίζεται σε επιμελή έρευνα και αυτόπτες μαρτυρίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store