Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rest on
01
εξαρτώμαι από, βασίζομαι σε
to be influenced based on a thing or person's actions or existence
Transitive: to rest on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
rest
ενεστώτας
rest on
γ΄ ενικό πρόσωπο
rests on
ενεστώτα μετοχή
resting on
απλός αόριστος
rested on
παθητική μετοχή
rested on
Παραδείγματα
The success of the project rests on the collaborative efforts of the entire team.
Η επιτυχία του έργου βασίζεται στις συνεργατικές προσπάθειες ολόκληρης της ομάδας.
02
βασίζομαι σε, εξαρτώμαι από
to have as a foundation or to be based on a particular idea, concept, principle, or condition
Transitive: to rest on a concept or principle
Παραδείγματα
The decision to invest in renewable energy sources rests on the commitment to sustainability and environmental responsibility.
Η απόφαση να επενδύσει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας βασίζεται στην δέσμευση για τη βιωσιμότητα και την περιβαλλοντική ευθύνη.



























