Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resourceful
01
ευρηματικός, έξυπνος
capable of finding different, clever, and efficient ways to solve problems, often using the resources available to them in innovative ways
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resourceful
συγκριτικός βαθμός
more resourceful
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The resourceful engineer developed a cost-effective solution to improve the efficiency of the manufacturing process.
Ο ευρηματικός μηχανικός ανέπτυξε μια οικονομικά αποδοτική λύση για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της διαδικασίας παραγωγής.
Λεξικό Δέντρο
resourcefully
resourcefulness
resourceful
resource
source



























