Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resolved
01
αποφασισμένος, προσδιορισμένος
firmly decided or determined in a specific course of action or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resolved
συγκριτικός βαθμός
more resolved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His resolved commitment to fitness led to significant improvements in his health.
Η αποφασιστική δέσμευσή του για την γυμναστική οδήγησε σε σημαντικές βελτιώσεις στην υγεία του.
02
επιλυμένο, εξηγημένο
explained or answered
Λεξικό Δέντρο
unresolved
resolved
solved
solve



























