Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resolved
01
αποφασισμένος, προσδιορισμένος
firmly decided or determined in a specific course of action or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resolved
συγκριτικός βαθμός
more resolved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His resolved expression indicated his determination to succeed.
Η αποφασιστική του έκφραση υποδείκνυε την αποφασιστικότητά του να πετύχει.
02
επιλυμένο, εξηγημένο
explained or answered
Λεξικό Δέντρο
unresolved
resolved
solved
solve



























