Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
resolute
01
αποφασιστικός, σταθερός
showing determination or a strong will in pursuing a goal or decision
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most resolute
συγκριτικός βαθμός
more resolute
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite the challenges, he was resolute in his decision to pursue his dreams.
Παρά τις προκλήσεις, ήταν αποφασισμένος στην απόφασή του να κυνηγήσει τα όνειρά του.
02
αποφασιστικός, σταθερός
characterized by quickness and firmness
Λεξικό Δέντρο
irresolute
resolutely
resoluteness
resolute



























